Ανθεκτικότητα των κουνουπιών στα εντομοκτόνα.

Ανθεκτικότητα των κουνουπιών στα εντομοκτόνα.

Παρόλο που τα τελευταία χρόνια έχουν δοκιμαστεί με επιτυχία πολλές μη-χημικές μέθοδοι αντιμετώπισης, τα εντομοκτόνα συνεχίζουν να αποτελούν το σημαντικότερο μέσο για την αντιμετώπιση των κουνουπιών και τη μείωση της μετάδοσης των σχετιζόμενων με αυτά ανθρωπονόσων. Ανθεκτικότητα των κουνουπιών στα εντομοκτόνα.Ωστόσο, η συνεχής χρήση των εντομοκτόνων έχει οδηγήσει στην ανάπτυξη ανθεκτικών πληθυσμών, για διάφορα είδη κουνουπιών, σε διάφορα μέρη του κόσμου. Ως ανθεκτικότητα ορίζεται »η αναπτυχθείσα ικανότητα μιας φυλής εντόμων να ανέχεται δόσεις τοξικών ουσιών που θα αποδεικνύονταν θανάσιμες για την πλειονότητα των ατόμων ενός φυσιολογικού πληθυσμού του ιδίου είδους».

Σε ένα ευπαθή πληθυσμό, τα άτομα που φέρουν γονίδια ανθεκτικότητας σε ένα εντομοκτόνο είναι σπάνια, της τάξης του10 με 10 , ωστόσο η εκτεταμένη χρήση μιας τοξικής ουσίας ευνοεί την επικράτηση των ανθεκτικών ατόμων. Τα άτομα αυτά, υπό την έλλειψη ενδοειδικού ανταγωνισμού πολλαπλασιάζονται γρήγορα και μετά από ένα αριθμό γενεών σύντομα καθίστανται το κυρίαρχο ποσοστό του πληθυσμού, «νοθεύοντας» ακόμα και τα γονίδια ευαισθησίας στα διάφορα εντομοκτόνα. Κατά συνέπεια, το εντομοκτόνο παύει πλέον να είναι αποτελεσματικό και τα έντομα θεωρούνται ανθεκτικά.

Σύμφωνα με τον Busvine οι σημαντικότεροι παράγοντες που επηρεάζουν ή καθορίζουν την εξέλιξη της ανθεκτικότητας στα εντομοκτόνα είναι οι εξής:  Η συχνότητα και ο βαθμός κυριαρχίας των ανθεκτικών γονιδίων στον αρχικό πληθυσμό  η ένταση της επιλογής, δηλαδή το μέγεθος του πληθυσμού που εκτίθεται στο εντομοκτόνο και το ποσοστό που θανατώνεται και  ο αριθμός των γενεών κατ’ έτος, συνεπώς πόσο συχνά ο πληθυσμός στόχος επιλέγεται σε κάθε περίοδο. Άλλοι παράγοντες που μπορεί επίσης να διαμορφώσουν την ανάπτυξη ανθεκτικότητας περιλαμβάνουν τις μεθόδους εφαρμογής καθώς επίσης και τις χημικές ιδιότητες των σκευασμάτων.

Μορφές ανθεκτικότητας

Τα είδη των κουνουπιών που υπόκεινται σε συνεχή πίεση επιλογής από ένα ή περισσότερα διαφορετικά εντομοκτόνα με παρόμοια ή διαφορετική δράση, μπορεί να αναπτύξουν έμμεση ή πολλαπλή ανθεκτικότητα σε μικρό χρονικό διάστημα. »Έμμεση ανθεκτικότητα» σημαίνει ότι η φυλή δεν είναι ανθεκτική σε ένα μόνο εντομοκτόνο μιας συγκεκριμένης κατηγορίας, αλλά (συνήθως σε μικρότερο βαθμό) και σε άλλα εντομοκτόνα της ίδιας κατηγορίας (δηλ. με τον ίδιο μηχανισμό δράσης) ακόμη και αν δεν έχει εκτεθεί ποτέ σε αυτά. Ωστόσο, πιο σοβαρό είναι το φαινόμενο της »πολλαπλής ανθεκτικότητας» όπου υπάρχουν ξεχωριστοί μηχανισμοί ανθεκτικότητας για μη σχετιζόμενα εντομοκτόνα (με διαφορετικό τρόπο δράσης) με αποτέλεσμα ο πληθυσμός του εντόμου να είναι ανθεκτικός σε διαφορετικές κατηγορίες σκευασμάτων καθιστώντας τη χημική του καταπολέμηση εξαιρετικά δύσκολη.

Μηχανισμοί ανθεκτικότητας

Συνήθως, ένα εντομοκτόνο διεισδύει διαμέσου του δερματίου (εξωσκελετού), του πεπτικού ή του αναπνευστικού συστήματος ενός εντόμου πριν φτάσει στο σημείο δράσης του. Το σημείο αυτό μπορεί να είναι ένα ζωτικό ένζυμο, νευρικός ιστός ή υποδοχέας πρωτεΐνης. Τα μόρια του εντομοκτόνου προσδένονται στο σημείο-υποδοχέα και όταν φτάσουν στη συγκέντρωση «ουδό» διαταράσσουν ζωτικές λειτουργίες επιφέροντας το θάνατο του εντόμου. Η ανθεκτικότητα μπορεί να λάβει χώρα σε κάθε βήμα αυτής της διαδρομής. Για παράδειγμα, ένας συχνά απαντώμενος μηχανισμός λαμβάνει χώρα κατά τη διάρκεια της διείσδυσης, μειώνοντας την περατότητα και συνεπώς και το ρυθμό εισόδου του τοξικού παράγοντα. Άλλος μηχανισμός λαμβάνει χώρα με την επιλογή άλλων ενζύμων, που διασπούν το εντομοκτόνο σε ουσίες μειωμένης ή και μηδενικής τοξικότητας. Τέλος, ιδιαίτερα συχνή είναι και η τροποποίηση του σημείου-υποδοχέα, που μηδενίζει άμεσα την τοξικότητα ενός εντομοκτόνου. Από τους τρεις αυτούς μηχανισμούς, ο μεταβολισμός και η μη ευαισθητοποίηση του σημείου δράσης είναι οι πιο σημαντικοί. Ωστόσο, μια μείωση στο ρυθμό διείσδυσης βοηθά συνεργιστικά και τους δύο αυτούς μηχανισμούς.

Εκτός των προαναφερθέντων μηχανισμών, μια άλλη μορφή ανθεκτικότητας αφορά τη λεγόμενη ηθολογική ανθεκτικότητα όπου η συμπεριφορά των εντόμων υφίσταται μεταβολές με αποτέλεσμα να μην έρχονται σε επαρκή επαφή με τις αποθέσεις των εντομοκτόνων. Ίσως το καλύτερα τεκμηριωμένο παράδειγμα αυτής της μορφής ανθεκτικότητας είναι η ανάπτυξη ενός φαινοτύπου μεταξύ των πληθυσμών των ανωφελών κουνουπιών της Αφρικής με πρώιμες (κατά διάρκεια της ημέρας) υπαίθριες διατροφικές συνήθειες σε περιοχές όπου εφαρμόζεται εκτεταμένη χρήση εντομοκτόνων εντός των κατοικιών.

Τα κουνούπια αυτά μπορούν να παρακάμπτουν τη χρήση διχτυών εμποτισμένων με εντομοκτόνες ουσίες μακράς διάρκειας και τους εσωτερικούς υπολειμματικούς ψεκασμούς μέσω της προτίμησής τους να τρέφονται και να αναπαύονται έξω από τις ανθρώπινες κατοικίες και να δραστηριοποιούνται νωρίς το σούρουπο πριν οι άνθρωποι εισέλθουν για να κοιμηθούν. Γενικά, από πολλούς ερευνητές, η ανθεκτικότητα θεωρείται ως λανθάνουσα, δηλ. ο μηχανισμός για την ανάπτυξή της ήδη προϋπάρχει στο έντομο, αλλά εκδηλώνεται μόνο μετά από παρατεταμένο «ερεθισμό» του κατάλληλου υποδοχέα.

Παρακολούθηση και διαχείριση της ανθεκτικότητας

Η παρακολούθηση της ανθεκτικότητας θα πρέπει να αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι σε κάθε πρόγραμμα καταπολέμησης των κουνουπιών. Η ευπάθεια των πληθυσμών θα πρέπει να εξακριβώνεται πριν την έναρξη των εγχειρημάτων καταπολέμησης παρέχοντας βασικά δεδομένα για την επιλογή του εντομοκτόνου και της τεχνικής της εφαρμογής του. Η τακτική παρακολούθηση θα επιτρέψει τον έγκαιρο εντοπισμό της ανθεκτικότητας ώστε να εφαρμοστούν στρατηγικές αντιμετώπισής ή στην περίπτωση καθυστερημένου εντοπισμού τα στοιχεία της αποτυχημένης επέμβασης θα μπορούν να δικαιολογήσουν την αλλαγή του σκευάσματος. Το επιχειρησιακό κριτήριο της ανθεκτικότητας συνήθως μεταφράζεται ως επιβίωση του 20% ή περισσότερο συλλεχθέντων στο ύπαιθρο ατόμων που εξετάζονται στην τρέχουσα γνωστή διαγνωστική συγκέντρωση ενός συγκεκριμένου εντομοκτόνου χρησιμοποιώντας πρότυπο κατά τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ) εξοπλισμό αξιολόγησης.

Η ανθεκτικότητα των κουνουπιών στα εντομοκτόνα έχει μεγάλη πρακτική και οικονομική σημασία. Οι δυσμενείς επιπτώσεις συνήθως αφορούν αύξηση του κόστους καταπολέμησης καθώς απαιτούνται συχνότερες εφαρμογές και μεγαλύτερες δόσεις μιας τοξικής ουσίας για την καταστολή των πληθυσμών. Επιπλέον, η έρευνα για την ανάπτυξη νέων εντομοκτόνων είναι πολύ δαπανηρή και χρονοβόρα. Τα προβλήματα αυτά καταδεικνύουν την αναγκαιότητα για την καθιέρωση μιας αποδοτικής στρατηγικής διαχείρισης της ανθεκτικότητας που θα αποσκοπεί στην παρεμπόδιση ή στην καθυστέρηση κατά το μέτρο του εφικτού της ανάπτυξης ανθεκτικότητας στα εντομοκτόνα ενώ ταυτόχρονα θα διατηρεί ένα αποτελεσματικό επίπεδο ελέγχου των κουνουπιών.

Στο πλαίσιο αυτό, ο Georghiou πρότεινε τις ακόλουθες προσεγγίσεις για τη διαχείριση της ανθεκτικότητας: (1) Ήπια διαχείριση. Η προσέγγιση αυτή διατηρεί τα γονίδια ευαισθησίας στον πληθυσμό χρησιμοποιώντας χαμηλές δόσεις εντομοκτόνων, σποραδικές (μη συχνές) εφαρμογές και ουσίες με χαμηλή υπολειμματικότητα. (2) Διαχείριση μέσω κορεσμού. Στην περίπτωση αυτή, οι μηχανισμοί άμυνας του εντόμου κορεννύονται μέσω χρήσης επαρκών δόσεων εντομοκτόνων ουσιών με αποτέλεσμα τη θανάτωση όλων των ατόμων του πληθυσμού. Η προσέγγιση αυτή είναι ιδιαίτερα χρήσιμη κατά τα πρώτα στάδια της επιλογής για γονίδια ανθεκτικότητας, καθώς τότε είναι σπάνια και ετερόζυγα. (γ) Διαχείριση με πολλαπλή προσβολή (επίθεση). Με αυτό τον τρόπο τα εντομοκτόνα εφαρμόζονται σε μίγματα ή σε κυκλική εναλλαγή με σκοπό να ασκήσουν πιέσεις επιλογής κάτω από το επίπεδο που οδηγεί σε ανθεκτικότητα. Η χρήση μιγμάτων βασίζεται στην υπόθεση ότι ο μηχανισμός ανθεκτικότητας σε μια δοθείσα ουσία υπάρχει αρχικά σε τόσο μικρή συχνότητα ώστε δύο διαφορετικοί μηχανισμοί δε αναμένεται να συνυπάρχουν σε κανένα άτομο του πληθυσμού.

Συνεπώς, τα άτομα που μπορεί να επιβιώνουν της έκθεσης στο ένα εντομοκτόνο θανατώνονται από το άλλο. Η κυκλική εναλλαγή βασίζεται στο γεγονός ότι στο πλείστο των περιπτώσεων τα ανθεκτικά κουνούπια έχουν μικρότερη βιοτική αρμοστικότητα (δυνατότητα επιβίωσης στο περιβάλλον) σε σχέση με τα ευπαθή, με συνέπεια η συχνότητά τους να μειώνεται προοδευτικά όταν χρησιμοποιείται το εναλλακτικό (άλλο) εντομοκτόνο. Πάντως, παρόλο που υπάρχουν αρκετά διαθέσιμα εγκεκριμένα εντομοκτόνα για την αντιμετώπιση των κουνουπιών, μπορούν όλα να κατηγοριοποιηθούν σε μικρό αριθμό μηχανισμών δράσης, γεγονός που καθιστά την εναλλαγή εντομοκτόνων με διαφορετικό μηχανισμό αρκετά δύσκολη. Για παράδειγμα, στην Ελλάδα, η προνυμφοκτονία βασίζεται κατά τεκμήριο σε μικροβιακά σκευάσματα και ρυθμιστές ανάπτυξης (και σε λιγότερο βαθμό σε νευτοτοξικούς βακτηριακούς μεταβολίτες και αδρανείς ύλες).

Έτσι, παρόλη την πληθώρα σκευασμάτων, οι επιλογές με βάση τον μηχανισμό δράσης είναι μάλλον περιορισμένες. Κατά συνέπεια, κρίνεται ως επιτακτική και η αξιολόγηση και άλλων σκευασμάτων, κατά προτίμηση με διαφορετικό τρόπο δράσης σε σχέση με τα παραπάνω, με σκοπό την μελλοντική έγκριση και αξιοποίησή τους σε προγράμματα διαχείρισης ανθεκτικότητας.

ΑΝΤΩΝΗΣ ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ 
ΥΓΙΕΙΝΟΛΟΓΟΣ – ΕΠΟΠΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΓΕΙΑΣ
ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ ΔΣ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑΣ ΕΝΩΣΗΣ ΕΠΟΠΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΓΕΙΑΣ

 

 

Διττέ τα νέα μας site.